
«Γλώσσα μου, όλα σου άγια και σεπτά και καλοκαμωμένα.
Μον’ τούτο δε σ’ το συγχωρνώ:
τ’ ότι ʼσαι, συ, της ύπαρξής μου τεκμήριο τρανό.
Μα κι έτσι, ας είναι.
Βάσανο γλυκύτερο δε θά βρω:
με λέξεις ελληνικές,
νάμα αστείρευτο,
της ζήσης τον καημό να ζωγραφίζω και τις κακοτοπιές».

